Posts Tagged 'Ζενίτ Πετρούπολης'

«Футбол – Μια σύντομη Ιστορία του ρωσικού και σοβιετικού ποδοσφαίρου»

Ο περίφημος αγώνας επίδειξης στην Κόκκινη Πλατεία. 6 Ιουλίου 1936

Εκείνο το πρωινό της 6ης Ιουλίου 1936, η όψη της Κόκκινης Πλατείας ήταν αρκετά παράξενη. Η επιφάνειά της είχε καλυφθεί από έναν τεράστιο τάπητα που έφερε πάνω του τις γραμμές ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. Στις άκρες του είχαν τοποθετηθεί, όπως έπρεπε, δύο εστίες. Εκείνο το πρωινό της γιορτής της Σοβιετικής Ημέρας Φυσικής Αγωγής επρόκειτο να μυηθεί στο δημοφιλές άθλημα ο μεγάλος ηγέτης της αχανούς χώρας, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστός σε όλους ως Στάλιν. Στον αγώνα επίδειξης που διοργανώθηκε αναμετρήθηκαν η πρώτη με τη δεύτερη ομάδα της Σπαρτάκ Μόσχας. Λέγεται ότι η εξέλιξη του σκορ και το τελικό αποτέλεσμα ήταν προκαθορισμένα. Ο Στάλιν έδειξε να παρακολουθεί με ενδιαφέρον το ματς, δίπλα σε όλα τα κορυφαία στελέχη της σοβιετικής νομενκλατούρας. Χειροκρότησε κάθε γκολ που σημειώθηκε στον αγώνα. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν πρέπει να ενδιαφέρθηκε ξανά ιδιαίτερα για αυτό το παράξενο σπορ. Η συμβολική σημασία, όμως, της αναμέτρησης εκείνης ήταν τεράστια για το σοβιετικό ποδόσφαιρο.

Ι. Ξεκίνημα μετ’ εμποδίων

Οι απαρχές του ρωσικού ποδοσφαίρου δεν διαφέρουν πολύ από αυτό που συνέβη σε πολλές χώρες του κόσμου. Το ποδόσφαιρο μεταφυτεύτηκε στην τσαρική αυτοκρατορία χάρη στη βρετανική παροικία της Πετρούπολης, της Μόσχας και της Οδησσού. Βρετανοί επιχειρηματίες κι έμποροι, μηχανικοί και ναυτικοί μετέφεραν το αγαπημένο τους άθλημα στη χώρα εγκατάστασης ή προσωρινής διαμονής τους. Λέγεται πως ο πρώτος ποδοσφαιρικός αγώνας επί ρωσικού εδάφους διοργανώθηκε μεταξύ Βρετανών το 1879 στην Πετρούπολη. Θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο δεκαετίες για να κερδίσει το άθλημα την προτίμηση ικανού αριθμού γηγενών, να δημιουργηθούν οι πρώτοι σύλλογοι και να διοργανωθούν τα πρώτα τοπικά πρωταθλήματα. Είναι αλήθεια πως η επιτυχία του ποδοσφαίρου δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρείται δεδομένη σε μια χώρα με κλιματικές συνθήκες τόσο σκληρές ώστε να καθιστούν αδύνατη την άθληση σε ανοιχτό χώρο κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.

Το 1912 η νεοσύστατη ρωσική ομοσπονδία ποδοσφαίρου αριθμεί περισσότερους από 150 συλλόγους σε 30 περίπου πόλεις. Σχεδόν αμέσως γίνεται μέλος της ΦΙΦΑ. Την ίδια χρονιά η εθνική ομάδα της Ρωσίας συμμετέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης. Περνά τον πρώτο γύρο άνευ αγώνος και αντιμετωπίζει στα προημιτελικά την ομάδα της… Φινλανδίας, η οποία αποτελεί ακόμα μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας! Οι Φινλανδοί επικρατούν με 2-1.
Η ανοδική πορεία διακόπτεται απότομα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα ακολουθήσουν οι επαναστάσεις του 1917, ο τρομερός εμφύλιος, οι λιμοί. Δεν υπάρχει πλέον χώρος και διάθεση για ποδόσφαιρο.

ΙΙ. Η εποχή της δυσπιστίας

Το ρωσικό ποδόσφαιρο θα αναγεννηθεί στα χρόνια της ΝΕΠ, της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, δηλαδή της περιορισμένης κλίμακας οικονομίας της αγοράς την οποία επέτρεψε ο Λένιν θεωρώντας την αναγκαίο κακό προκειμένου η οικονομία της χώρας να σταθεροποιηθεί και να γνωρίσει εκ νέου ανάπτυξη. Η παράλληλη πορεία ΝΕΠ και ποδοσφαίρου δεν αποτελεί ακριβώς σύμπτωση: στο ρωσικό πλαίσιο, το ποδόσφαιρο είναι ασχολία που ταυτίζεται με την αστική τάξη. Η κομμουνιστική εξουσία το αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη δυσπιστία. Το ποδόσφαιρο μοιάζει συνυφασμένο με τον επαγγελματισμό, τον ανταγωνισμό, τη διαφθορά και τον πρωταθλητισμό. Απέχει πολύ από το σοβιετικό ιδεώδες της λαϊκής άθλησης. Ίσως τελικά να μην είναι τίποτε περισσότερο από ένα χόμπυ (ή μήπως μια επικερδής επαγγελματική ασχολία) των μπουρζουάδων. Στο ποίημά του «Товарищи, поспорьте о красном спорте!» («Σύντροφοι, ας μιλήσουμε για τον κόκκινο αθλητισμό», 1928), ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι στηλιτεύει τα άρρωστα στοιχεία του ποδοσφαίρου, μιλώντας για ποδοσφαιριστές που αντιμετωπίζονται ως πρόβατα τα οποία έχουν το χρυσόμαλλο δέρας για προβιά, για τους επιχειρηματίες και τους κερδοσκόπους που διαγκωνίζονται προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν οικονομικά τους αθλητές.

Βλ. Μαγιακόφσκι (πηγή: РИА Новости)

ΙΙΙ. Η εποχή της ανάπτυξης

Λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η στάση του καθεστώτος όσον αφορά το ποδόσφαιρο μεταβάλλεται. Μετά τη βίαιη αγροτική κολεκτιβοποίηση, τους λιμούς και την οργάνωση του συστήματος των πειθαρχικών στρατοπέδων, και ενώ βρισκόμαστε στην εποχή των πενταετών πλάνων με τα οποία η ΕΣΣΔ επιχειρεί να καταστεί βιομηχανική υπερδύναμη σε χρόνο ρεκόρ, η εξουσία επιθυμεί να καταδείξει ότι το βιοτικό επίπεδο έχει βελτιωθεί κι ότι η καθημερινότητα έχει γίνει πολύ καλύτερη. Το ποδόσφαιρο είναι μια από τις δραστηριότητες άθλησης κι αναψυχής που μπορούν να υποστηρίξουν το νέο αφήγημα.

Ιδρύονται ποδοσφαιρικοί σύλλογοι οι οποίοι, βάσει της σοβιετικής λογικής, είναι συνδεδεμένοι με κρατικούς φορείς, συνδικάτα και εργοστάσια. Οι διάφορες Ντινάμο εξαρτώνται από το Εν Κα Βε Ντε, το Λαϊκό Επιτροπάτο Εσωτερικών Υποθέσεων (δηλαδή, ουσιαστικά, την αστυνομία πολιτικών υποθέσεων), οι Λοκομοτίφ συνδέονται με τα συνδικάτα του οργανισμού σιδηροδρόμων, οι διάφοροι πρόδρομοι της ΤΣΣΚΑ με τον στρατό κ.ο.κ. Η Σπαρτάκ Μόσχας είναι τυπικά η ομάδα των διάφορων αγροτικών συνεταιρισμών (κολχόζ και σοφχόζ), γρήγορα όμως θα τύχει της υποστήριξης της ηγεσίας της Κομσομόλ, της κομμουνιστικής οργάνωσης νεολαίας. Στάδια μεγάλης χωρητικότητας κατασκευάζονται όχι μόνο στη Μόσχα και το Λενινγκράντ, αλλά και στο Κίεβο, το Σταλινγκράντ και τις πρωτεύουσες των δημοκρατιών του Καυκάσου. Η διοργάνωση του περίφημου αγώνα επίδειξης στην Κόκκινη Πλατεία εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο επίσημης προώθησης του ποδοσφαίρου.

Η Ντινάμο Μόσχας κατακτά το πρώτο σοβιετικό πρωτάθλημα (1936) [πηγή: sports-ru]

Το 1936 διοργανώνεται το πρώτο πανσοβιετικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Η πρώτη πενταετία του, μέχρι τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», χαρακτηρίζεται από την αντιπαλότητα μεταξύ δύο μοσχοβίτικων ομάδων, της Ντινάμο και της Σπαρτάκ. Αμφότερες κατακτούν από 3 πρωταθλήματα (το 1936 διοργανώθηκαν δύο!). Δύο άλλες Ντινάμο προσπαθούν να μπουν σφήνα ανάμεσα στους δύο μεγάλους, αυτή του Κιέβου (πρώτος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας είναι από το 1937 ο Νικίτα Χρουστσόφ) κι εκείνη της Τιφλίδας. Η ομάδα της γεωργιανής πρωτεύουσας διαθέτει έναν ισχυρό υποστηρικτή, τον Λαβρέντι Πάβλοβιτς Μπέρια, επικεφαλής του Εν Κα Βε Ντε από το 1938. Το 1939 η Ντινάμο Τιφλίδας αντιμετωπίζει τη Σπαρτάκ στον ημιτελικό του κυπέλλου. Οι Μοσχοβίτες επικρατούν με σκορ 1-0 και λίγο αργότερο νικούν στον τελικό και κατακτούν το τρόπαιο. Ο Μπέρια δεν μπορεί να χωνέψει τον αποκλεισμό της αγαπημένης του ομάδας. Επικαλούμενος διαιτητικά σφάλματα επιτυγχάνει την επανάληψη του ημιτελικού… ενώ έχει ήδη παιχτεί ο τελικός. Στο νέο ματς η Σπαρτάκ επικρατεί εκ νέου με 2-1. Ο τίτλος της δεν μπορεί πλέον να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Η κυπελλούχος του 1939 Σπαρτάκ Μόσχας

IV. Τα χρόνια του πολέμου και ο Αγώνας του Θανάτου

Α. Η γερμανική εισβολή ανακόπτει την άνθιση του σοβιετικού ποδοσφαίρου. Πολλοί ποδοσφαιριστές επιστρατεύονται. Αρκετοί από αυτούς θα πέσουν στα πεδία των μαχών. Ο κορμός της λευκορωσικής Ντινάμο Μινσκ στρατολογείται, μαζί με άλλους πρωταθλητές, στις ειδικές δυνάμεις του Εν Κα Βε Ντε και πιο συγκεκριμένα στην ОМСБОН (Отдельная мотострелковая бригада особого назначения, Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία Τυφεκιοφόρων Ειδικών Αποστολών).

Οι παίκτες της ΤΣΣΚΑ Μόσχας (τότε ΤΣΝΤΚΑ) στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου (1943, πηγή φωτογραφίας: cska-games-ru)

Εκ πρώτης όψεως προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι, εν μέσω του πιο βίαιου και αιματηρού πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, δεν σταμάτησε ποτέ να παίζεται ποδόσφαιρο επί σοβιετικού εδάφους, ελεύθερου ή κατεχόμενου από τους ναζί κατακτητές. Στα ελεύθερα εδάφη η διοργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος για να δοθεί το μήνυμα ότι η ζωή συνεχίζεται. Στο Λενινγκράντ παίχθηκε ποδόσφαιρο ενώ συνεχιζόταν η μακρά πολιορκία της πόλης από τον εχθρό. Ποδοσφαιρικός αγώνας διοργανώθηκε και στο κατεστραμμένο Σταλινγκράντ, τρεις μήνες μόλις μετά το τέλος της μάχης στη μαρτυρική πόλη. Ποδόσφαιρο συνέχισε να παίζεται, όμως, και στις κατεχόμενες δυτικές περιοχές.

Β. Матч смерти: Στις 9 Αυγούστου 1942, στο κατεχόμενο από τους Γερμανούς Κίεβο, διοργανώνεται ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ της ειδικώς προς τούτο συγκροτηθείσας ΦΚ Σταρτ Κιέβου, στην οποία αγωνίζονται ποδοσφαιριστές της Ντινάμο και της Λοκομοτίφ Κιέβου, και της Φλάκελφ, ομάδας (με ενδεικτικότατο όνομα) που απαρτίζεται κυρίως από στελέχη της Λουφτβάφφε. Η ουκρανική ομάδα επικρατεί με 5-3 των κατακτητών. Ο αγώνας αυτός ήταν η ρεβάνς ενός άλλου που είχε παιχτεί τρεις ημέρες πιο πριν. Και στην πρώτη περίπτωση είχαν επικρατήσει οι Ουκρανοί και μάλιστα με το «εμφατικό» (όπως είναι της μόδας να λέμε σήμερα) 5-1.

Η αφίσα του Αγώνα του Θανάτου της 9ης Αυγούστου 1942

Αυτά είναι τα γεγονότα. Σύμφωνα, όμως, με τη μεταγενέστερη σοβιετική εκδοχή, λίγο μετά τον αγώνα οι Γερμανοί εκτελούν τους ποδοσφαιριστές της νικήτριας ομάδας, οι οποίοι είχαν το θράσος και την απερισκεψία να ταπεινώσουν τους εκπροσώπους του «Κυρίαρχου Έθνους». Η ιστορία αυτή έγινε θέμα βιβλίων, επικράτησε ολοκληρωτικά στην ΕΣΣΔ και πέρασε τα σύνορά της. Τι είχε συμβεί, όμως, στην πραγματικότητα;

Η ιστορία των ποδοσφαιριστών που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τον αγώνα ήταν ένας μύθος που κατασκευάσθηκε προκειμένου να αποδειχθεί το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου και η αντίστασή τους στους ναζί. Σύμφωνα με την αρχική εκδοχή του μύθους όλοι οι παίχτες της Σταρτ εκτελέσθηκαν. Μόνο που οι μισοί από τους ποδοσφαιριστές αυτούς είχαν κατορθώσει να επιβιώσουν του πολέμου! Για αυτό και στις αρχές της μπρεζνιεφικής περιόδου η επίσημη εκδοχή αλλάζει: γίνεται πλέον λόγος για την εκτέλεση 4 ποδοσφαιριστών, ενώ 5 επιζώντες αθλητές που αγωνίστηκαν σε εκείνο τον αγώνα παρασημοφορούνται. Ο μύθος, όμως, δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία αν δεν περιέκλειε και μεγάλο μέρος αλήθειας.

Eίναι επιβεβαιωμένο ότι πέντε από τους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν με τη Σταρτ στον Αγώνα του Θανάτου σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς, όχι, όμως, αμέσως μετά τον αγώνα και όχι, κατά πάσα πιθανότητα, για λόγους που συνδέονται με το παιχνίδι εκείνο. Ένας (Τκατσένκο) συνελήφθη από την Γκεστάπο επειδή είχε επιτεθεί σε κάποιον Γερμανό. Στην προσπάθειά του να αποδράσει πυροβολήθηκε θανάσιμα από τους δεσμώτες του. Έναν δεύτερο (Κορότκιχ) τον κατέδωσαν Ουκρανοί συνεργάτες των Γερμανών ως κομμουνιστή και στέλεχος του Εν Κα Βε Ντε. Οι Γερμανοί τον βασάνισαν μέχρι θανάτου. Οι άλλοι τρεις (Τρούσεβιτς, Κλιμένκο, Κουζμένκο) ανήκαν προπολεμικά στην Ντινάμο Κιέβου: επομένως ήταν θεωρητικά στελέχη του Εν Κα Βε Ντε, κομμουνιστές και, για τον κατακτητή, εξαιρετικά ύποπτα στοιχεία. Άλλωστε, οι Ουκρανοί εθνικιστές που συνεργάζονταν με τους ναζί είναι βέβαιο ότι θα παρουσίασαν τους ποδοσφαιριστές αυτούς ως άκρως επικίνδυνους. Οι Γερμανοί τους συνέλαβαν στο διάστημα μεταξύ 18 και 20 Αυγούστου, δηλαδή εννέα ως έντεκα ημέρες μετά τον περιβόητο ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι παίκτες κρατήθηκαν αρχικά από την Γκεστάπο και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Σίρετς, διοικητής του οποίου ήταν ο γνώριμός μας «Δήμιος του Χαϊδαρίου» Πάουλ Ραντόμσκι. Εκτελέσθηκαν στις 24 Φεβρουαρίου 1943, δηλαδή έξι μήνες μετά το ματς, για λόγους που δεν έχουν πλήρως διευκρινισθεί.

V. Η επανεκκίνηση και το άνοιγμα στον κόσμο

Το σοβιετικό πρωτάθλημα αρχίζει και πάλι αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Η Ντινάμο Μόσχας επιστρέφει στην πρώτη θέση, αλλά όχι για πολύ. Η νέα δύναμη που κυριαρχεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 είναι η ομάδα του στρατού, η ΤΣΣΚΑ [ή, μάλλον, όπως είναι η ονομασία της την εποχή εκείνη η ΤΣΝΤΚΑ (ЦДКА, Центральный дом Красной армии, δηλ. Κεντρική Έδρα του Κόκκινου Στρατού]. Αξιοσημείωτη την περίοδο αυτή είναι και η αποτυχημένη προσπάθεια του νεαρού Βασίλι Ιώσηφοβιτς Στάλιν να συγκροτήσει μια υπερομάδα για τη σοβιετική αεροπορία. Η ΒΒΣ Μόσχας, όμως, δεν θα κατορθώσει ποτέ να κατακτήσει τίτλους.

Η δεκαετία του 1950 σηματοδοτεί επίσης το τέλος του απομονωτισμού για το σοβιετικό ποδόσφαιρο. Το καθεστώς αντιλαμβάνεται ότι το άθλημα αυτό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετική διαφήμιση για τα επιτεύγματα του κομμουνισμού. Η ΕΣΣΔ γίνεται μέλος της ΦΙΦΑ. Η εθνική ομάδα και οι σύλλογοι συμμετέχουν επιτέλους στις διεθνείς διοργανώσεις.
Η εθνική παίρνει το βάπτισμα του πυρός σε επίσημη διοργάνωση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952). Στον πρώτο γύρο, αποκλείει τη Βουλγαρία και στη φάση των 16 καλείται να αντιμετωπίσει τη Γιουγκοσλαβία στο Τάμπερε. Οι Γιουγκοσλάβοι προηγούνται 4-0 με την έναρξη του β΄ ημιχρόνου και 5-1 λίγο αργότερα. Μετά από εντυπωσιακή αντεπίθεση των Σοβιετικών ο αγώνας λήγει ισόπαλος 5-5! Οι κανονισμοί της εποχής δεν προβλέπουν παράταση και πέναλτυ. Δυο ημέρες μετά διεξάγεται ο επαναληπτικός. Οι πλάβι επικρατούν 3-1 (το τρίτο γκολ ο κάποτε προπονητής της ΑΕΚ Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι) και η σοβιετική ομάδα παίρνει τον σύντομο δρόμο της επιστροφής για τη Μόσχα. Η πολιτική και η αθλητική ηγεσία αντιλαμβάνεται τον αποκλεισμό αυτό ως ταπείνωση και προχωρεί σε ριζική αναδιοργάνωση του σοβιετικού ποδοσφαίρου. Η πιο σημαντική αλλαγή αφορά τα φυτώρια των συλλόγων τα οποία υπάγονται σε άμεσο κρατικό έλεγχο. Τα αποτελέσματα των αλλαγών δεν θα αργήσουν να φανούν. Στην επόμενη Ολυμπιάδα, αυτή της Μελβούρνης, η εθνική της ΕΣΣΔ κατακτά το χρυσό μετάλλιο (1956). Την εστία της ομάδας υπερασπίζεται ένας τερματοφύλακας που πρόκειται να γίνει θρύλος, ο Λεφ Γιάσιν. Οι σοβιετικές ομάδες θα αποδειχθούν αξιόμαχες, τόσο σε επίπεδο εθνικών όσο και σε επίπεδο συλλόγων.

Λ. Γιάσιν

Τα χρόνια περνούν και το σοβιετικό ποδόσφαιρο γίνεται σταδιακά προνομιακό πεδίο έκφρασης εθνοτικών και τοπικών αισθημάτων. Το 1961, για πρώτη φορά, το πρωτάθλημα δεν το κατακτά κάποια μοσχοβίτικη ή, έστω, ρωσική ομάδα, αλλά η ουκρανική Ντινάμο Κιέβου.

VI. Το σοβιετικό πρωτάθλημα

Στα 55 χρόνια ζωής και τις 53 διοργανώσεις του σοβιετικού πρωταθλήματος εκπροσωπήθηκαν με ομάδες σχεδόν όλες οι σοβιετικές δημοκρατίες, με την εξαίρεση της Τουρκμενίας, της Κιργιζίας και της εφήμερης Καρελοφιννικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Τα περισσότερα τρόπαια τα κατέκτησε η Ντινάμο Κιέβου (13), ακολουθούμενη από τη Σπαρτάκ (12) και την Ντινάμο Μόσχας (11). Οι ρωσικές ομάδες κέρδισαν συνολικά 34 πρωταθλήματα (Σπαρτάκ Μ. 12, Ντινάμο Μ. 11, ΤΣΣΚΑ Μ. 7, Τορπέντο Μ. 3 και Ζενίτ Λενινγκράντ 1), ενώ οι ουκρανικές 16 [εκτός των πρωταθλημάτων της Ντινάμο, 2 κατέκτησε η Ντνιέπρ του Ντνιεπροπετρόφσκ (νυν Ντνίπρο Ντνίπρο, ας όψεται η ουκρανική πολιτική κατάργησης των ονομάτων που παραπέμπουν στη σοβιετική περίοδο) και 1 η Ζαριά του Βοροσίλοφγκράντ (νυν Λουχάνσκ)]. Τα «ψίχουλα» που απομένουν κατέληξαν στη γεωργιανή Ντινάμο Τιφλίδας (2), την αρμενική Αραράτ Γερεβάν (1) και τη λευκορωσική Ντινάμο Μινσκ (1).

Ο Ολέγκ Μπλαχίν το 1977

Αδιαφιλονίκητος βασιλιάς του σοβιετικού πρωταθλήματος είναι ο μέγας Ολέγκ Μπλαχίν, εθνοτικά καταχωρισμένος ως Ουκρανός (ο πατέρας του, όμως, ήταν Ρώσος στρατιωτικός που υπηρετούσε σε μονάδες του Εν Κα Βε Ντε). Έχει αγωνιστεί σε περισσότερους αγώνες από κάθε άλλο ποδοσφαιριστή (432) και έχει σημειώσει και τα περισσότερα τέρματα στην ιστορία της διοργάνωσης (211). Σε συμμετοχές τον ακολουθούν ο αμυντικός της Τορπέντο Μόσχας Βίκτορ Μιχάηλοβιτς Σούστικοφ (427 ματς, αγωνίστηκε από το 1957 έως το 1973) κι ο Τάταρος επιθετικός της Σπαρτάκ (1961-1973) Γκαλιμζιάν Σαλίχοβιτς Χουσεΐνοφ (410 αγώνες). Στην κατάταξη των σκόρερ πίσω από τον Μπλαχίν βρίσκονται ο Αλεκσάντρ Σεμιόνοβιτς Πονομαριόφ (αγωνίστηκε κατά το διάστημα 1936-1952 σε πολλές ομάδες από το Σταλινγκράντ και το Χάρκοβο ως το Ντονιέτσκ) με 153 τέρματα και ο σπουδαίος Νικίτα Πάβλοβιτς Σιμονιάν (αρμενικής καταγωγής, πέρασε τα καλύτερα χρόνια του στη Σπαρτάκ από το 1949 έως το 1959) με 145.

Νικίτα Σιμονιάν

VII. Αξιοπρέπεια και μερικές εκλάμψεις – Οι σοβιετικές ομάδες στα κύπελλα Ευρώπης

Οι σοβιετικές ομάδες είχαν ανταγωνιστική παρουσία στις ευρωπαϊκές συλλογικές διοργανώσεις, χωρίς πάντως να κατορθώσουν να φθάσουν στο επίπεδο των μεγάλων ισπανικών, ιταλικών, αγγλικών ή γερμανικών ομάδων. Πιθανότατα οι δομικές αδυναμίες του σοβιετικού ποδοσφαίρου (το νόθο καθεστώς του ποδοσφαίρου, κατ’ ουσίαν επαγγελματικό, αλλά τυπικά ερασιτεχνικό, και το αδιαφανές σύστημα μεταγραφών) λειτούργησαν ως τροχοπέδη, παρακωλύοντας την περαιτέρω πρόοδο των μεγαλύτερων σοβιετικών συλλόγων.

Κύριος χώρος διακρίσεων για τις ομάδες της μητρόπολης του κομμουνισμού ήταν η δεύτερη τη τάξει ευρωπαϊκή συλλογική διοργάνωση, το Κύπελλο Κυπελλούχων, το οποίο κατέληξε τρεις φορές σε σοβιετικά (αν και όχι ρωσικά) χέρια. Η Ντινάμο Κιέβου του Βαλέρι Λομπανόφσκι και του Ολέγκ Μπλαχίν κατέκτησε το τρόπαιο δύο φορές και μάλιστα με χαρακτηριστική άνεση και με το ίδιο σκορ (3-0) στους αντίστοιχους τελικούς: το 1975 στη Βασιλεία επικρατεί της ουγγρικής Φέρεντσβάρος (2 γκολ ο Ονίστσενκο, 1 ο Μπλαχίν) και το 1986 στη Λυών συντρίβει την Ατλέτικο Μαδρίτης (σκόρερ οι Ζαβάροφ, Μπλαχίν και Γεφτουσένκο). Η τρίτη κατάκτηση του τροπαίου αποτελεί έργο της Ντινάμο Τιφλίδας, η οποία στον (σχεδόν λησμονημένο) τελικό του Ντύσσελντορφ, το 1981, νικά 2-1 την ανατολικογερμανική Καρλ Τσάις της Ιένας.

Η Ντινάμο Κιέβου επικρατεί της Ατλέτικο Μαδρίτης (στη φωτό ο Ζαβάροφ)

IIX. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της ΕΣΣΔ

Αρκετές διακρίσεις θα γνωρίσει στην ιστορία της και η εθνική ομάδα που έφερε στην κόκκινη φανέλα της τα αρχικά της χώρας: СССР.

Α. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο διάκρισης των κομμουνιστικών χωρών, οι οποίες εκμεταλλεύθηκαν τη μέχρι σχετικά πρόσφατα ισχύουσα απαγόρευση συμμετοχής επαγγελματιών αθλητών. Καθώς το ποδόσφαιρο ήταν στις χώρες αυτές τυπικά ερασιτεχνικό, υπήρχε η δυνατότητα συγκρότησης της ισχυρότερης δυνατής ομάδας, ενώ οι δυτικές χώρες, λόγω του επαγγελματικού χαρακτήρα του ποδοσφαίρου τους, εμφάνιζαν στην καλύτερη περίπτωση εθνικές ελπίδων. Η εθνική της ΕΣΣΔ κατέκτησε δύο φορές το χρυσό μετάλλιο (το 1956 και το 1988 στη Σεούλ, όταν πρώτος σκόρερ της ήταν ο Ίγκορ Ντομπροβόλσκι), ενώ άλλες τρεις (και μάλιστα συνεχόμενες) έφθασε ως το χάλκινο (Μόναχο 1972, Μονρεάλ 1976 και Μόσχα 1980).

Β. Τη μεγαλύτερη, ίσως, διάκρισή του, όμως, το σοβιετικό ποδόσφαιρο την πέτυχε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, τότε Κύπελλο Εθνών Ευρώπης, το οποίο κατέκτησε στην πρώτη διοργάνωσή του το 1960. Στον τελικό που διοργανώθηκε στο παρισινό Παρ ντε Πρενς, η ΕΣΣΔ του προπονητή Γκαβριήλ Κατσάλιν και του γκολκήπερ Γιάσιν επικράτησε στην παράταση της μόνιμης αντιπάλου Γιουγκοσλαβίας με 2-1, ανατρέποντας το εις βάρος της αρχικό σκορ. Τα σοβιετικά τέρματα είχαν επιτύχει ο Γεωργιανός Σλάβα Μετρεβέλι και ο Ρώσος Βίκτορ Πονιεντέλνικ. Η εθνική της ΕΣΣΔ επρόκειτο στη συνέχεια να έχει ακόμη τρεις παρουσίες σε τελικούς της διοργάνωσης, όλες, όμως, συνοδεύτηκαν από ήττα: το 1964 στο Μπερναμπέου με αντίπαλο τη διοργανώτρια Ισπανία (η οποία νικά 2-1), το 1972 στις Βρυξέλλες όταν χάνει καθαρά (0-3) από τη σπουδαία ΟΔΓ της εποχής εκείνης και, τέλος, το 1988, στο Μόναχο, όταν πέφτει πάνω στους σεληνιασμένους Οράνιε των Φαν Μπάστεν και Χούλλιτ (0-2).

Γ. Σε ό,τι αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο, η χρυσή εποχή της σοβιετικής εθνικής ανάγεται στο διάστημα 1958-1970. Σε τέσσερις συνεχείς διοργανώσεις κατορθώνει να βρεθεί τουλάχιστον στα προημιτελικά. Το 1958 αποκλείεται από τη διοργανώτρια Σουηδία (2-0), το 1962 στη Χιλή αντιμετωπίζει στον προημιτελικό πάλι τη διοργανώτρια χώρα και ηττάται με 2-1 στην Αρίκα, ενώ το 1970 στο Μεξικό η πορεία της ανακόπτεται από την Ουρουγουάη, με το γκολ που σημειώνει ο Βίκτορ Εσπάρραγο τρία λεπτά πριν από το τέλος της παράτασης. Μένει η μεγαλύτερη διάκριση της ΕΣΣΔ σε ΠΚ, στα τελικά της Αγγλίας το 1966: η ΕΣΣΔ τερματίζει πρώτη στον όμιλό της με τρεις νίκες (Β. Κορέα, Ιταλία και Χιλή) και στα προημιτελικά αποκλείει την Ουγγαρία με σκορ 2-1 (τα γκολ ο Ρώσος Τσισλένκο και ο καταχωρισμένος ως Ουκρανός Πορκουγιάν). Η πορεία σταματά στα ημιτελικά, μια και το εμπόδιο της Γερμανίας του Μπέκενμπάουερ αποδεικνύεται ανυπέρβλητο.  Η μεγάλη μορφή της εποχής είναι δίχως αμφιβολία ο τερματοφύλακας της Ντινάμο Μόσχας Λεφ Γιάσιν (1929-1990), η «Μαύρη Αράχνη» (Чёрный паук), ο οποίος αγωνίστηκε με την εθνική σε τρεις τελικές φάσεις ΠΚ. Το 1963 ο Γιάσιν βραβεύεται με τη Χρυσή Μπάλα του γαλλικού Φρανς Φουτμπόλ, διάκριση που απονεμόταν στον καλύτερο Ευρωπαϊο ποδοσφαιριστή της χρονιάς (πλέον επιλέξιμοι είναι όλοι οι ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε ευρωπαϊκό σύλλογο, ανεξαρτήτως ιθαγένειας). Μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει τιμηθεί με το βραβείο αυτό.

Λ. Γιάσιν

Ίσως η σοβιετική εθνική με τις μεγαλύτερες δυνατότητες να ήταν εκείνη του ΠΚ του Μεξικού, το 1986. Με κορμό την εξαιρετική Ντινάμο Κιέβου και καθοδηγούμενη από τον προπονητή της μεγάλης ουκρανικής ομάδας, τον Βαλέρι Λομπανόφσκι, η ΕΣΣΔ του 1986 παρουσίαζε βαθμό ομοιογένειας και αυτοματισμών ασύλληπτο για εθνική ομάδα. Στη φάση των 16, όμως, βρίσκει στον δρόμο της την ομάδα έκπληξη της διοργάνωσης, το Βέλγιο, και, κυρίως, την αβλεψία των διαιτητών (δύο βελγικά τέρματα πρέπει να σημειώθηκαν από αντικανονική θέση). Τα «υπερηχητικά του Κιέβου», τα «Μινγκ του Λομπανόφσκι» (Μπελάνοφ, Ζαβάροφ, Ρατς, Γιακοβένκο και άλλοι) επιστρέφουν στη βάση τους με στραπατσαρισμένα τα φτερά και άδεια ντεπόζιτα.
Δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία. Το 1990, στο κύκνειο άσμα της σε τελικά ΠΚ, η ΕΣΣΔ θα εγκαταλείψει τη διοργάνωση από την πίσω πόρτα, τερματίζοντας τελευταία στον όμιλό της (δύο ήττες από Ρουμανία, Αργεντινή, μια νίκη χωρίς βαθμολογικό αντίκρισμα επί του Καμερούν.

Ο Ολέγκ Μπλαχίν με τη φανέλα της εθνικής

IX. Ποδόσφαιρο και πολιτική

Σε τρεις περιπτώσεις η πορεία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της ΕΣΣΔ θα καθορισθεί από τη διεθνή πολιτική. Το 1960, στα προημιτελικά του Κυπέλλου Εθνών, κληρώνεται να αναμετρηθεί με την Ισπανία. 21 χρόνια μετά τη λήξη του Ισπανικού Εμφυλίου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να μην έχουν διπλωματικές σχέσεις. Ο Φράνκο απαγορεύει στην εθνική της χώρας του να αγωνιστεί στην ΕΣΣΔ, η οποία προκρίνεται άνευ αγώνος για να κατακτήσει στη συνέχεια το τρόπαιο.

Σεπτέμβριος 1973: ο στρατός των πραξικοπηματιών στο εθνικό στάδιο του Σαντιάγο

Το 1973 η τελευταία θέση στα τελικά του γερμανικού ΠΚ θα παιχτεί σε διηπειρωτικό μπαράζ μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Χιλής. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον στρατηγό Πινοτσέτ ανατρέπει βίαια την κυβέρνηση του προέδρου Αγέντε. Το πρώτο ματς γίνεται, πάντως, κανονικά στο στάδιο Λένιν της Μόσχας και λήγει ισόπαλο χωρίς τέρματα. Η σοβιετική ομοσπονδία ζητεί από τη ΦΙΦΑ η ρεβάνς να διεξαχθεί σε ουδέτερο γήπεδο. Η κατάσταση στη Χιλή είναι έκρυθμη, πρωτίστως, όμως, οι Σοβιετικοί θέλουν να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για το καθεστώς Πινοτσέτ. Πώς είναι δυνατό να αγωνιστούν στο στάδιο του Σαντιάγο, το οποίο η χιλιανή χούντα χρησιμοποίησε ως χώρο κράτησης, βασανισμού και εκτέλεσης των πολιτικών της αντιπάλων; Πιστή στην τυφλή γραμμή «το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να έχει σχέση με την πολιτική», η ΦΙΦΑ απορρίπτει το σοβιετικό αίτημα. Η ομάδα δεν ταξιδεύει στη Χιλή και οι Λατινοαμερικανοί προκρίνονται χωρίς αγώνα.
Τέλος, το 1984, η ΕΣΣΔ μαζί με την Ιταλία είναι οι βασικές υποψήφιες για τη διοργάνωση της τελικής φάσης του ΠΚ του 1990. Δύο εβδομάδες πριν η ΦΙΦΑ προβεί στην τελική επιλογή, η σοβιετική κυβέρνηση αποφασίζει να μη συμμετάσχουν οι αθλητές της στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες, σε αντίποινα, ουσιαστικά, για το αντίστοιχο αμερικανικό μποϊκοτάζ της Ολυμπιάδας της Μόσχας. Η απόφαση οδηγεί τη ΦΙΦΑ στην ασφαλέστερη επιλογή: το ΠΚ του 1990 θα το διοργανώσει τελικά η Ιταλία.

Χ. Το ποδόσφαιρο στη μετασοβιετική Ρωσία

Οι ρωσικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι βιώνουν με ιδιαίτερη δυσκολία την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και την άναρχη μετάβαση στον καπιταλισμό, ιδίως κατά την περίοδο Γέλτσιν. Χωρίς την υποστήριξη των κρατικών φορέων που τις χρηματοδοτούσαν και βλέποντας τους καλύτερους ποδοσφαιριστές τους να προτιμούν να αγωνίζονται σε συλλογους του εξωτερικού, οι ρωσικές ομάδες δυσκολεύονται να διατηρηθούν σε ανταγωνιστικό επίπεδο. Θα χρειαστεί να φθάσουμε στην αυγή του 21ου αιώνα, όταν επιτέλους οι ολιγάρχες και οι κολοσσοί της ρωσικής βιομηχανίας θα ενδιαφερθούν για το ποδόσφαιρο, επενδύοντας γενναία στους συλλόγους. Σύντομα οι ρωσικές ομάδες ξαναβρίσκουν το επίπεδο της σοβιετικής περιόδου. Δύο ρωσικοί σύλλογοι κατορθώνουν να κατακτήσουν τη δεύτερη, πλέον, ευρωπαϊκή συλλογική διοργάνωση (Europa League): η ΤΣΣΚΑ Μόσχας το 2005 (3-1 στη Λισσαβώνα την τοπική Σπόρτινγκ) και η Ζενίτ Πετρούπολης το 2008 (νίκη 2-0 στο Μάντσεστερ επί των Ρέιντζερς της Γλασκώβης). Το ρωσικό πρωτάθλημα γίνεται σταδιακά ένα από τα πιο ακριβά στην Ευρώπη. Οι σύλλογοι, χάρη στη χρηματοδότηση από τις μεγάλες επιχειρήσεις, μπορούν να προσελκύσουν αστέρια του διεθνούς ποδοσφαίρου. Μόνο που αυτή ακριβώς η δυνατότητα αποδεικνύεται νόμισμα με δύο όψεις. Τα αστέρια των ομάδων είναι σχεδόν πάντα αλλοδαποί ποδοσφαιριστές. Και η εύκολη λύση των μεταγραφών από το εξωτερικό δεν αφήνει χώρο στις βασικές ενδεκάδες για τους γηγενείς.

Το στοιχείο αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη μετριότατη πορεία της εθνικής Ρωσίας στις διεθνείς διοργανώσεις. Μοναδική διάκριση μέχρι σήμερα αποτελεί η παρουσία της Ρωσίας στα ημιτελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 2008, όταν η ομάδα του Ολλανδού Χίντινκ λύγισε από την ορμή της μετέπειτα νικήτριας Ισπανίας. Οι υπόλοιπες παρουσίες της Ρωσίας σε τελικές φάσεις δεν έχουν τίποτε το αξιομνημόνευτο ή χαρακτηρίζονται απλούστατα ως τραγικές (σε όλες τις περιπτώσεις, 3 σε ΠΚ και 4 σε Ευρωπαϊκό, η ομάδα δεν κατόρθωσε να προκριθεί στη φάση των ομίλων).

Μπορεί κάτι να αλλάξει τώρα που η Ρωσία του Πούτιν διοργανώνει τα τελικά της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης. Δεν είναι καθόλου βέβαιο. Χαρακτηριστικό της δυναμικότητας της εθνικής Ρωσίας είναι το ότι, στην κατάταξη που καταρτίζει η ΦΙΦΑ, η Ρωσία βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση από κάθε άλλη ομάδα που συμμετέχει στη διοργάνωση, ακόμη κι από τη Σαουδική Αραβία! Βέβαια, η κατάταξη αυτή είναι σε ορισμένο βαθμό πλασματική (η Ρωσία ως διοργανώτρια δεν έχει δώσει εδώ και δύο περίπου χρόνια επίσημο αγώνα), αλλά δεν παύει να είναι ενδεικτική της μετριότητας της ομάδας. Στον Οσέτη προπονητή (και παλαιότερα τερματοφύλακα) Στανισλάφ Σαλάμοβιτς Τσερτσέσοφ και στους παίκτες του απόκειται να μας διαψεύσουν.

Αφίσα του ρωσικού ΠΚ που απεικονίζει τον μεγάλο Γιάσιν

[Για το ελληνικό κοινό, το σοβιετικό ποδόσφαιρο είναι συνδεδεμένο και με τις περιπτώσεις ομογενών ποδοσφαιριστών, συνήθως παιδιών της προσφυγιάς που προκάλεσε ο Εμφύλιος, οι οποίοι έμαθαν το ποδόσφαιρο κυρίως στις σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας κι αργότερα αγωνίστηκαν στην Ελλάδα. Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι, φυσικά, αυτή του μεγάλου Βασίλη Χατζηπαναγή. Η σταδιοδρομία του αφήνει έντονα την αίσθηση του ανεκπλήρωτου.
Ο Χατζηπαναγής ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά στην Παχτακόρ Τασκένδης, την πιο σημαντική ομάδα του Ουζμπεκιστάν. Οι διηγήσεις του σχετικά με τα μεγάλα ντέρμπυ μεταξύ της Παχτακόρ και της Καϊράτ Αλμά Ατά από το γειτονικό Καζακστάν δεν είναι μόνο γλαφυρές, αλλά καταδεικνύουν και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε συχνά το ποδόσφαιρο κατά τη σοβιετική περίοδο ως μέσο διατράνωση τοπικής και εθνοτικής ταυτότητας.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής με τη φανέλα του Ηρακλή

Ο Βάσια υπήρξε άτυχος. Η συμμετοχή του στις «μικρές» εθνικές ομάδες της ΕΣΣΔ τού στέρησε τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε επίσημα παιχνίδια με την εθνική Ελλάδας. Δεν είχε επίσης την ευκαιρία να μεταγραφεί σε σύλλογο αγωνιζόμενο σε πρωτάθλημα υψηλότερου επιπέδου από αυτό του ελληνικού. Έμεινε τελικά πιστός στον αγαπημένο του Ηρακλή. Αν παρέμενε στην ΕΣΣΔ ίσως είχε μεταγραφεί σε κάποιο μεγάλο ρωσικό ή ουκρανικό σύλλογο, ίσως είχε γίνει βασικό στέλεχος της σοβιετικής εθνικής. Μπορεί και όχι, όμως…

Το μνημείο για τους παίκτες της Παχτακόρ που έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας του αεροπορικού δυστυχήματος του 1979

Τη μοιραία 11η Αυγούστου 1979, η παλιά ομάδα του Χατζηπαναγή, η Παχτακόρ, ταξίδευε από την Τασκένδη στο Μινσκ της Λευκορωσίας για να αναμετρηθεί με την τοπική Ντινάμο. Ύστερα από μια ενδιάμεση στάση στο Ντονιέτσκ της ανατολικής Ουκρανίας, οι παίκτες της Παχτακόρ επιβιβάστηκαν στο Τουπόλεφ 134 που θα εκτελούσε την πτήση 7880 της Αεροφλότ προς το Μινσκ. Το αεροσκάφος απογειώθηκε λίγο μετά τη μία το μεσημέρι. Ενώ πετούσε πάνω από το Ντνιπροτζερζίνσκ (σημερινό Καμιάνσκε) συγκρούστηκε στον αέρα με ένα άλλο αεροπλάνο του ιδίου τύπου που πετούσε από το Βορόνιεζ προς το Κισινάου. Όλοι οι επιβαίνοντες στα δύο αεροσκάφη έχασαν τη ζωή τους. Ανάμεσά τους και 17 ποδοσφαιριστές και μέλη της αποστολής της Παχτακόρ. Ίσως, λοιπόν, ο Βάσια να μην ήταν τελικά καθόλου άτυχος.]
——————————————————————————————————–
Πηγές:
– Sylvain DUFRAISSE « Russie, la passion du football ? », L’Histoire, αριθ. 448, Ιούνιος 2018, σελ. 12-17.
– Robert EDELMAN “Serious Fun. A History of Spectator Sports in the USSR”, Oxford University Press, Οξφόρδη και Νέα Υόρκη, 1993.
– Régis GENTÉ & Nicolas JALLOT « Futbol. Le ballon rond de Staline à Poutine, une arme politique », Allary, Παρίσι, 2018.
– Ιστότοπος Footballski.fr
– Wikipedia.

1983, ο Μπλαχίν σε αναμέτρηση ΕΣΣΔ-Πορτογαλίας

——————————————————————————————————–

Advertisements

Μαζί με 18 ακόμα followers

ημερολόγιο αναρτήσεων

Αύγουστος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Στατιστικά

  • 58.077 hits
Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: